Η Διαγνωστική Εικόνα

Image of a doctor and a patient

Ένα από τα πρώτα συμπτώματα μπορεί να είναι ένα μούδιασμα, ένας πόνος, μια ζαλάδα ή απλά μια γενική αίσθηση αδιαθεσίας. Το επόμενο βήμα είναι συνήθως μια επίσκεψη στον γιατρό για μια πρώτη εξέταση. Στη συνέχεια μπορεί να ακολουθήσει μια μακρά διαδρομή εξετάσεων (π.χ. εξέταση αίματος) και παρακολούθησης κλινικών συμπτωμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτούνται διαγνωστικές απεικονιστικές εξετάσεις, όπως ένα υπερηχογράφημα, μια ακτινογραφία, μια αξονική (CT) ή μαγνητική τομογραφία (MRI) για τον εντοπισμό της αιτίας των συμπτωμάτων ή και για τον αποκλεισμό μιας σειράς ασθενειών. Σε αρκετές περιπτώσεις, η λεπτομερής απεικόνιση του σώματος συντελεί στον κατάλληλο σχεδιασμό της θεραπείας.

 

Η επιλογή της απεικονιστικής μεθόδου εξαρτάται από το μέρος του σώματος που εξετάζεται, από τον διαθέσιμο χρόνο (π.χ. επείγοντα περιστατικά), την ηλικία του ασθενούς ή/και ορισμένα σωματομετρικά χαρακτηριστικά του ασθενούς που ενδέχεται να δυσχεραίνουν την απεικόνιση. Ο ακτινολόγος αποφασίζει τη χορήγηση Μέσου Σκιαγραφικής Αντίθεσης ή όχι, καθώς και τον τρόπο χορήγησης  (π.χ μέσω της χρήσης εγχυτή).

 

Μόλις πραγματοποιηθεί η απεικονιστική εξέταση, ο ακτινολόγος θα μελετήσει τις εικόνες, για να δώσει το ιατρικό πόρισμα και σύσταση στον θεράποντα ιατρό. Στη συνέχεια, ο θεράπων θα συζητήσει τα αποτελέσματα με τον ασθενή.